βλάπτω

βλάπτω
See also: s. βλάβη.
Page in Frisk: 1,241

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βλάπτω — disable pres subj act 1st sg βλάπτω disable pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάπτω — βλάπτω, έβλαψα βλ. πίν. 11 (και ως απρόσ. [δε] βλάπτει) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βλάπτω — και βλάφτω προξενώ βλάβη, ζημιώνω: Το πολύ ποτό βλάπτει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βλάπτω — και βλάφτω και βλάβω (AM βλάπτω, Μ και βλάβω) μέσ. βλάπτομαι και φτομαι και βομαι (AM βλάπτομαι, Α και βλάβομαι) προκαλώ βλάβη, κάνω κακό σε κάποιον ή κάτι μσν. νεοελλ. καταστρέφω νεοελλ. Ι. 1. σκοτώνω 2. ενοχλώ, πειράζω II. βλάπτομαι 1.… …   Dictionary of Greek

  • βλάπτω — [влапто] р. вредить, наносить ущерб, повреждать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βλάπτον — βλάπτω disable pres part act masc voc sg βλάπτω disable pres part act neut nom/voc/acc sg βλάπτω disable imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) βλάπτω disable imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβλαμμένα — βλάπτω disable perf part mp neut nom/voc/acc pl βεβλαμμένᾱ , βλάπτω disable perf part mp fem nom/voc/acc dual βεβλαμμένᾱ , βλάπτω disable perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάπτεσθε — βλάπτω disable pres imperat mp 2nd pl βλάπτω disable pres ind mp 2nd pl βλάπτω disable imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάπτετε — βλάπτω disable pres imperat act 2nd pl βλάπτω disable pres ind act 2nd pl βλάπτω disable imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάπτῃ — βλάπτω disable pres subj mp 2nd sg βλάπτω disable pres ind mp 2nd sg βλάπτω disable pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάψαι — βλάπτω disable aor imperat mid 2nd sg βλάπτω disable aor inf act βλάψαῑ , βλάπτω disable aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.